Διάχυτη η φημολογία περί επικείμενων κυβερνητικών ανακοινώσεων ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων. Ήδη σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ένα κονδύλιο 600 εκατομμυρίων ευρώ για κάλυψη άμεσων αμυντικών αναγκών περιλαμβάνεται στον υπό εγγραφή συμπληρωματικό προϋπολογισμό 6 δισεκατομμυρίων ευρώ για το τρέχον έτος. Έντονη επίσης και η φημολογία για τα υπό προμήθεια οπλικά συστήματα, συμφωνίες υποστήριξης (followonsupport) αλλά και ενδεχόμενων πρωτόγνωρων συμφωνιών αμοιβαίας στρατιωτικής υποστήριξης (Ελλάδα-Γαλλία).
Αυτή η διαδικασία πράγματι συμβαίνει σε επίπεδο σχεδιασμού στα Γενικά Επιτελεία όπου δεκάδες στελέχη ενημερώνονται συνεχώς και ξοδεύουν εκατοντάδες εργατοώρες προετοιμάζοντας εισηγήσεις για τις επόμενες κινήσεις μας (καμιά φορά αδικούμε όλες αυτές τις προσπάθειες χαρακτηρίζοντας τις ως άχρηστες γραφειοκρατικές ενέργειες). Πως όμως τα Επιτελεία να προχωρήσουν στον σχεδιασμό και κυρίως στην υλοποίηση μιας αμυντικής-εξοπλιστικής πολιτικής όταν είναι αδύνατη η μακροχρόνια πρόβλεψη και δέσμευση ενός σταθερού ποσού για τις ανάγκες αυτές; Επιπλέον, ενώ υπάρχει από το «προχθές» η ανάλογη προετοιμασία στο επίπεδο των ενόπλων δυνάμεων, συνήθως οι πολιτικές ηγεσίες δεν λαμβάνουν έγκαιρα («χθες») τις αναγκαίες αποφάσεις για το «μεθαύριο». Δυστυχώς η αναποφασιστικότητα αυτή -για πολλαπλούς γνωστούς λόγους- χαρακτηρίζει την πλειονότητα των πολιτικών μας ηγεσιών (με συνυπευθυνότητα και μέρους της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας) και μόνο όταν εμφανιστεί ο από μηχανής θεός, βλέπε «FigenAkat» και «Oruç Reis», εφαρμόζεται η γνωστή ελληνική ρήση «τρεχάτε ποδαράκια μας».